Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Ναζίμ Χικμέτ ~ Μονάκριβή μου ~

Μονάκριβή μου ἐσὺ στὸν κόσμο
μοῦ λὲς στὸ τελευταῖο σου γράμμα:
«πάει νὰ σπάσει τὸ κεφάλι μου, σβήνει ἡ καρδιά μου,
Ἂν σὲ κρεμάσουν, ἂν σὲ χάσω θὰ πεθάνω».

Θὰ ζήσεις, καλή μου, θὰ ζήσεις,
Ἡ ἀνάμνησή μου σὰν μαῦρος καπνὸς
θὰ διαλυθεῖ στὸν ἄνεμο.
Θὰ ζήσεις, ἀδελφή με τὰ κόκκινα μαλλιὰ τῆς καρδιᾶς μου
Οἱ πεθαμένοι δὲν ἀπασχολοῦν πιότερο ἀπό ῾να χρόνο
τοὺς ἀνθρώπους τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα.

Αλεξάντερ Πόουπ ~ Άμπελαρντ προς την Ελοϊζα 3. ~


3.

Ακουω τη βροχη να ζωγραφιζει στο τζαμι.με τοσο πεισμα να ριχνει διαρκως με το ιδιο χρωμα.διαφανο.λες κι εχει ενα πινελο σκοταδι κι ενα φως μονο.κι εκει μεσα κατοικουν σαν απο μυθο ολα τ αλλα χρωματα.πεφτει με λυσσα σα να θελει να μπει μεσα.θα ναι ο νους μου ο παιδικος π αναζητα παραμυθι.και κεινη εχει χιλια και ενα,οσο κι οι σταλες της.κι αυξανουν διαρκως.

Τ' απλωνει στο τζαμι καθετα,για να με πεισει,να διαλεξω,να βραχω.κι οταν στο χτυπο τους δε συγκινουμαι ενας σφοδροτερος ανεμος,κρυος ερχεται και γκρεμιζει τα πρωτα τους λογια.και πρωτου χαθουν,κυλουν και ξιστορουν με ματια λαμπερα την ιδια τους τη συσταση.τη ζωη.ακουω τη βροχη.τη πλαση ολοκληρη ακουω,κι ειναι σα να φασκιωνεται μωρο ολακερη και πεφτει πανω της η φροντιδα.και ξεδιψα.

Αλεξαντερ Ποουπ ~ Άμπελαρτ προς την Ελοϊζα 1.~

1.

Αγαπητη Ελοιζα,αγαπημενη μικρη,

ο κοσμος μικρη μου μεγαλωσε.γιομισαν μπαλκονια οι καμιναδες του Λονδινου και προβοσκιδες τ' αραια φωτα και ρουφουν τις ανθρωπινες παραστασεις.μεσα στα θεατρα το κρυο ειναι μια κρουστα και τα λογια τη μαζευουν κομματι κομματι.οι θαλασσες γιναν πιο γρηγορες απ τα φουγαρα και τα λιμανια πιο φωτεινα απο τους φαρους.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Γιώργος Σεφέρης ~ Φυγή ~

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας 
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε 
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό 
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο 
μέσα στο πρωινό χορτάρι 
ένα παράξενο κοχύλι πού δοκίμαζε 
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. 

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε 
σιγά μέσα στα πράγματα πού μας τριγύριζαν 
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε 
με τόσο πάθος. 

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε 
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες 
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 
εκείνου του άνθρώπου 
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη 
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε 
μέσα στη φυγή.

Μαρία Πολυδούρη ~ Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες ~

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες 
στα περασμένα χρόνια. 
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα 
και σε βροχή, σε χιόνια, 
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες. 

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου 
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, 
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο 
κ' έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα, 
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου. 

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν 
με την ψυχή στο βλέμμα, 
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο 
της ύπαρξής μου στέμμα, 
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν. 

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες 
και στη ματιά σου να περνάη 
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο 
να παίζει, να πονάη, 
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες. 

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες 
και μου άπλωσες τα χέρια 
κ' είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα 
- μια αγάπη πλέρια, 
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες. 

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε 
γι' αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου. 
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα, 
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου. 
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε. 

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα, 
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη. 
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη 
μένα η ζωή πληρώθη. 
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα. 

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου 
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια. 
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου 
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια, 
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου. 

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες 
έζησα, να πληθαίνω 
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες 
κ' έτσι γλυκά πεθαίνω 
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες.


Γιάννης Ρίτσος ~ Ελάχιστο Χρονικό του Έρωτα ~

Βιάζονταν πολύ να φιληθούν. 
Μπήκαν στο σπίτι. 
Κλείδωσαν. 
Τις δυο καρέκλες τις άφησαν στον κήπο. 
Όσο έλειπαν τα πουλιά οικειοποιήθηκαν τις καρέκλες τους, 
τις έκαναν σκάλες για τα δωμάτιά τους. 

Όταν βράδιασε, 
όλα τα κατάπιανε τα φύλλα, 
χτυπώντας ηδονικά τις γλώσσες τους. 
Οι δυο καρέκλες περίμεναν ακόμη σα δυο μικρά ικριώματα 
στο χείλος μιας πράσινης μοναξιάς μπροστά στο φεγγάρι.

Από το "Ελάχιστο Χρονικό του Έρωτα"

Τσαρλς Μπουκόφσκι ~ Ερωτεύτηκα ~


Είναι μικρή, είπε,

αλλά κοίτα εμένα,
έχω ωραίους αστράγαλους,
και κοίτα και τους καρπούς μου, 
έχω ωραίους καρπούς

Θεέ μου, 
νόμιζα ότι πήγαινε καλά,
και τώρα ξανά αυτή,
κάθε φορά που σου τηλεφωνεί τρελαίνεσαι,
μου είπες ότι τελείωσε
μου είπες ότι ως εδώ ήταν,
άκου, έχω ζήσει αρκετά για να γίνω
μια καλή γυναίκα,

Τσαρλς Μπουκόφσκι ~ Μεταμόρφωση ~

Mία κοπέλα ήρθε
μου έφτιαξε το κρεβάτι
σφουγγάρισε και κέρωσε το πάτωμα της κουζίνας
έτριψε τους τοίχους
σκούπισε
καθάρισε την τουαλέτα
τη μπανιέρα
σφουγγάρισε το πάτωμα του μπάνιου
κι έκοψε τα νύχια των ποδιών μου και
τα μαλλιά μου.

Έπειτα
όλα την ίδια μέρα
ο υδραυλικός ήρθε κι έφτιαξε τη βρύση της κουζίνας
και την τουαλέτα
και ο τεχνικός για τα καλοριφέρ έφτιαξε τα καλοριφέρ
και ο τεχνικός για το τηλέφωνο έφτιαξε το τηλέφωνο
τώρα κάθομαι εδώ σ’ αυτήν την τελειότητα
είναι ήσυχα
τα χάλασα και με τις 3 κοπέλες μου.

Ένιωθα καλύτερα όταν όλα ήταν σε
αταξία.
θα μου πάρει μερικούς μήνες για να ξαναγίνουν
όλα φυσιολογικά¨
δε μπορώ να βρω ούτε κατσαρίδα για να μιλήσω.

Έχασα το ρυθμό μου.
δε μπορώ να κοιμηθώ.
δε μπορώ να φάω.

Μου στέρησαν τη
βρωμιά μου.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ναζίμ Χικμέτ ~ Η πιο όμορφη θάλασσα ~

Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα

Βισλάβα Σιμπόρσκα ~ Κεραυνοβόλος έρωτας ~



Και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα
ότι τους ένωσε ένα ξαφνικό πάθος.
Ωραία είναι μια τέτοια βεβαιότητα
όμως η αβεβαιότητα είναι ακόμα πιο ωραία.
Αφού δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούν νωρίτερα
είναι σίγουροι
πως τίποτα δεν έχει συμβεί ανάμεσά τους.

Πέδρο Σαλίνας ~ Το να σε σκέφτομαι απόψε ~

Το να σε σκέφτομαι απόψε
δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
διεξοδικά μ' εμένα, τον πλατύ κόσμο.

Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ' αστέρια,
η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
σε όλα αυτά,
απ' τον Αλδεβαράν ως τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.

Χαλίλ Γκιμπράν ~ Η ομορφιά ~

Είπε κι' ένας ποιητής, Μίλησε μας για την Ομορφιά.
Κι' αυτός απάντησε:
Που θ' αναζητήσετε την Ομορφιά, και πως θα τηνε βρείτε αν δεν φανεί στο δρόμο σας και γίνει οδηγός σας;
Και πως γι' αυτήν θα μιλάτε αν δε γίνει η υφάντρα του Λόγου σας;

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Πάολο Κοέλο ~ Το σύννεφο και ο αμμόλοφος ~


Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν” απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

- Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!

Γιάννης Ρίτσος ~ Σάρκινος λόγος ~

Τι όμορφη που είσαι.
Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι:
Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Πάμπλο Νερούντα ~ Νύχτα στο νησί ~

Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,

Llyas Abu Shaaka ~ Σ΄αγαπώ περισσότερο~


Σ' αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει,
περισσότερο απ΄όσο ένας ποιητής ονειρεύεται ή ένας ερωτευμένος αισθάνεται.

Είσαι το σύννεφο με το υπέροχο άρωμα που στάλθηκε απ΄τον παράδεισο,
για να ρίξει πάνω μου τη βροχή του, την ευλογημένη δροσιά.

Αισθάνομαι την καρδιά σου, τις φλέβες σου να κυλούν μέσα στις δικές μου,
χωρίς καμιά χαραμάδα ανάμεσα μας για να χωθεί ο ακάθαρτος κόσμος.

Η καρδιά μου στέκει απέναντι στη δική σου, αντικρίζει τη δίδυμη εικόνα της,
σαν δυο χέρια που πλέκονται σε αέρινο όρκο.

Γιώργος Σεφέρης ~ Ερωτικός λόγος ~


 Α'


Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις 
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί 
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις 
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση 
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός 
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει 
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός. 


 Β'

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια 
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια... 
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα 
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... 
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα 
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα 
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, 
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα 
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, 
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, 
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι 
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες 
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός 
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες 
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 


Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! 
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής 
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα 
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη 
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς 
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη 
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο 
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. 
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο 
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο 
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει 
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο 
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα 
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια 
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα 
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος 
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος 
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος 
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση 
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου 
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση 
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη 
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. 
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι 
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει 
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς 
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει 
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς... 


 Δ'

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια 
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, 
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια 
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη 
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί 
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι 
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι 
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές 
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη 
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει 
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. 
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση 
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια 
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) 
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια 
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. 


  Ε'

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; 
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; 
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει 
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα 
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά 
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα 
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

Xαλίλ Γκιμπράν ~ Το κάλεσμα του εραστή ~



Που είσαι αγαπημένη;
Μήπως σ' εκείνο το μικρό παράδεισο,
να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

Ή μήπως στο δωμάτιό σου,
όπου ο βωμός της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ” αυτόν προσφέρεις θυσία
την ψυχή και την καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία,
γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;

Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών,
παρηγορώντας τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;

Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού. Είσαι δυνατότερη απ' τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,
όταν μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι άγγελοι του Έρωτα δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;

Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε μ” ενωμένα τα χέρια,
σφιχταγκαλιασμένοι σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;
Θυμάσαι την ώρα που σ' αποχαιρέτησα και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;

Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ” τη γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ' ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ' οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.

Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου
κι έλεγες: «Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα
για γήινους σκοπούς και χώρια να ζουν ο κόσμος τ” αναγκάζει.

Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε εκπρόσωπό της.

Υπάκουσέ την,
γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της την κούπα της γλύκας της ζωής.

Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,
η αγάπη σου θα “ναι η παρηγοριά μου.
Κι η θύμησή σου Αιώνιος Γάμος.»

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ;
Είσαι ξύπνια μέσα στη σιωπή της νύχτας;
Ας σου φέρνει ο καθάριος άνεμος
τους χτύπους της καρδιάς μου κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου
που καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη;
Ακούς το κλάμα μου πέρα απ' τον ωκεανό;
Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;

Υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα
για να σου φέρει την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου;
Υπάρχει μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου;

Το σκοτάδι της ζωής μ' έριξε στην αγκαλιά του.
Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα 'ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο!
Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!

Πάμπλο Νερούντα ~ Ποθώ το στόμα σου ~













Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου ,
Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει ,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα 


Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο ,
Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού ,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου ,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο .

Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου ,
Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου ,
θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά απ τα ματόκλαδα σου .

Και περπατώ πεινασμένη οσφραινόμενη το λυκόφως ,
Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά ,
όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.

Πάμπλο Νερούντα ~ Για ν' ακούς μόνο εμένα ~


Για ν' ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού…

Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ” αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας…

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, 
φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!..

Από τ” αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις…

Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει…