Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

~ Χόρχε Μπουκάι - Θέλω ~


Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις. 
Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές. 
Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις. 
Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν’ αποφασίζεις για μένα. 
Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις. 
Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα. 
Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ. 
Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις. 
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι. 
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα. 
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις. 
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν. 
Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις. 
Θέλω να ξέρεις πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου ..
Χωρίς όρους..


Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Αλεξαντερ Ποουπ ~ Άμπελαρτ προς την Ελοϊζα 1.~

1.

Αγαπητη Ελοιζα,αγαπημενη μικρη,

ο κοσμος μικρη μου μεγαλωσε.γιομισαν μπαλκονια οι καμιναδες του Λονδινου και προβοσκιδες τ' αραια φωτα και ρουφουν τις ανθρωπινες παραστασεις.μεσα στα θεατρα το κρυο ειναι μια κρουστα και τα λογια τη μαζευουν κομματι κομματι.οι θαλασσες γιναν πιο γρηγορες απ τα φουγαρα και τα λιμανια πιο φωτεινα απο τους φαρους.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Γιώργος Σεφέρης ~ Φυγή ~

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας 
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε 
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό 
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο 
μέσα στο πρωινό χορτάρι 
ένα παράξενο κοχύλι πού δοκίμαζε 
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. 

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε 
σιγά μέσα στα πράγματα πού μας τριγύριζαν 
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε 
με τόσο πάθος. 

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε 
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες 
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 
εκείνου του άνθρώπου 
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη 
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε 
μέσα στη φυγή.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης ~ Όσο μπορείς ~

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, 
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον 
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις 
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, 
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. 

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, 
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την 
στων σχέσεων και των συναναστροφών 
την καθημερινή ανοησία, 
ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Κ.Π Καβάφης ~ Επέστρεφε ~


Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι. 
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται... 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Τάσος Λειβαδίτης ~ Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας ~

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω 
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν είμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου 
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι; 
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της 
έναν κόσμο άδειο από σένα. 
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι 
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια. 
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ' αστέρια είταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν είτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο είταν η καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά - θυμάσαι; - μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, "την πρώτη μεγάλη μέρα μας"; 
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα 
έν' απλό φτηνό φόρεμα, μα είταν τόσο όμορφα κίτρινο. 
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια. 
Σου πήγαινε στο πρόσωπο σου ο ήλιος 
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή - σου πήγαινε.

Έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, τα ξανάβγαζα. 
Βαδίζαμε δίχω λέξη. Μα και τι να πει κανείς 
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου 
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στη γωνιά τραγούδαγε τις λεμονάδες του.
Ήπιαμε μια στα δυο. Κι αυτό το χελιδόνι που πέρασε ξαφνικά
πλάι στα μαλλιά σου. Τι σου είπε λοιπόν;

Είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι θα σου είπε.

Το ξενοδοχείο είταν μικρό σε μια παλιά συνοικία πλάι στο σταθμό που μες στην αντηλιά κοιτάζαμε να μανουβράρουμε τα τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας
αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό
αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω
- πόσο σου πήγαιναν.

Α, θα 'θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου τα 
γόνατα που σε γεννήσανε για μένα 
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμα σου
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι απ' το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ' έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόση ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ' τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Οδυσσέας Ελύτης ~ Η Μαρίνα Των Βράχων ~

Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω


Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων


Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Ακουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκκαλο άλλο καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Η για να πας καβάλα στο μαϊστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.