Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Γιώργος Σεφέρης ~ Φυγή ~

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας 
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε 
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό 
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο 
μέσα στο πρωινό χορτάρι 
ένα παράξενο κοχύλι πού δοκίμαζε 
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. 

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε 
σιγά μέσα στα πράγματα πού μας τριγύριζαν 
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε 
με τόσο πάθος. 

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε 
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες 
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 
εκείνου του άνθρώπου 
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη 
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε 
μέσα στη φυγή.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης ~ Επιθυμίες ~

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασανκαι τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά --έτσ' η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασανχωρίς να εκπληρωθούν" χωρίς ν' αξιωθεί καμιάτης ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωϊ της φεγγερό.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης ~ Όσο μπορείς ~

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, 
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον 
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις 
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, 
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. 

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, 
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την 
στων σχέσεων και των συναναστροφών 
την καθημερινή ανοησία, 
ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.

Μαρία Πολυδούρη ~ Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες ~

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες 
στα περασμένα χρόνια. 
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα 
και σε βροχή, σε χιόνια, 
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες. 

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου 
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, 
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο 
κ' έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα, 
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου. 

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν 
με την ψυχή στο βλέμμα, 
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο 
της ύπαρξής μου στέμμα, 
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν. 

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες 
και στη ματιά σου να περνάη 
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο 
να παίζει, να πονάη, 
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες. 

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες 
και μου άπλωσες τα χέρια 
κ' είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα 
- μια αγάπη πλέρια, 
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες. 

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε 
γι' αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου. 
Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα, 
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου. 
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε. 

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα, 
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη. 
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη 
μένα η ζωή πληρώθη. 
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα. 

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου 
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια. 
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου 
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια, 
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου. 

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες 
έζησα, να πληθαίνω 
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες 
κ' έτσι γλυκά πεθαίνω 
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες.


Κική Δημουλά ~ Πληθυντικός αριθμός ~

Ο έρωτας, 
όνομα ουσιαστικόν, 
πολύ ουσιαστικόν, 
ενικού αριθμού, 
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, 
γένους ανυπεράσπιστου.
πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος, 
όνομα ουσιαστικόν, 
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη, 
κύριο όνομα των θλίψεων, 
ενικού αριθμού, 
μόνον ενικού αριθμού 
και άκλιτη.
η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα, 
όνομα ουσιαστικόν, 
γένους θηλυκού, 
ενικός αριθμός.
πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
οι νύχτες από δω και πέρα

Γιάννης Ρίτσος ~ Ελάχιστο Χρονικό του Έρωτα ~

Βιάζονταν πολύ να φιληθούν. 
Μπήκαν στο σπίτι. 
Κλείδωσαν. 
Τις δυο καρέκλες τις άφησαν στον κήπο. 
Όσο έλειπαν τα πουλιά οικειοποιήθηκαν τις καρέκλες τους, 
τις έκαναν σκάλες για τα δωμάτιά τους. 

Όταν βράδιασε, 
όλα τα κατάπιανε τα φύλλα, 
χτυπώντας ηδονικά τις γλώσσες τους. 
Οι δυο καρέκλες περίμεναν ακόμη σα δυο μικρά ικριώματα 
στο χείλος μιας πράσινης μοναξιάς μπροστά στο φεγγάρι.

Από το "Ελάχιστο Χρονικό του Έρωτα"

Τσαρλς Μπουκόφσκι ~ Αγκάλιασε το σκοτάδι ~

Ο σάλος είναι ο θεός
η τρέλα είναι ο θεός

όταν ζεις μονίμως ήρεμα
ζεις μονίμως το θάνατο.

η αγωνία μπορεί να σκοτώσει
ή 
η αγωνία μπορεί να κρατήσει το βάρος της ζωής
αλλά η ηρεμία είναι πάντα τρομακτική
η ηρεμία είναι ό,τι χειρότερο
να περπατάς
να μιλάς
να χαμογελάς,
να φαίνεται ότι είσαι.

μην ξεχνάς τα πεζοδρόμια
τις πόρνες,
την προδοσία,
το σκουλήκι μέσα στο μήλο, 
τα μπαρ, τις φυλακές,
τις αυτοκτονίες των εραστών.

εδώ στην Αμερική
έχουμε δολοφονήσει έναν πρόεδρο και τον αδερφό του,
ένας άλλος πρόεδρος παραιτήθηκε από τη θέση του.

οι άνθρωποι που πιστεύουν στην πολιτική
είναι σαν τους ανθρώπους που πιστεύουν στο θεό¨
είναι κάτι αποτυχημένοι που έχουν έφεση 
στα ασήμαντα.

δεν υπάρχει θεός
δεν υπάρχει πολιτική
δεν υπάρχει ηρεμία
δεν υπάρχει έρωτας
δεν υπάρχει έλεγχος
δεν υπάρχει σχέδιο

μείνε μακριά από το θεό
παράμεινε ενοχλημένος

Γλίστρα...

Τσαρλς Μπουκόφσκι ~ Ερωτεύτηκα ~


Είναι μικρή, είπε,

αλλά κοίτα εμένα,
έχω ωραίους αστράγαλους,
και κοίτα και τους καρπούς μου, 
έχω ωραίους καρπούς

Θεέ μου, 
νόμιζα ότι πήγαινε καλά,
και τώρα ξανά αυτή,
κάθε φορά που σου τηλεφωνεί τρελαίνεσαι,
μου είπες ότι τελείωσε
μου είπες ότι ως εδώ ήταν,
άκου, έχω ζήσει αρκετά για να γίνω
μια καλή γυναίκα,

Τσαρλς Μπουκόφσκι ~ Μεταμόρφωση ~

Mία κοπέλα ήρθε
μου έφτιαξε το κρεβάτι
σφουγγάρισε και κέρωσε το πάτωμα της κουζίνας
έτριψε τους τοίχους
σκούπισε
καθάρισε την τουαλέτα
τη μπανιέρα
σφουγγάρισε το πάτωμα του μπάνιου
κι έκοψε τα νύχια των ποδιών μου και
τα μαλλιά μου.

Έπειτα
όλα την ίδια μέρα
ο υδραυλικός ήρθε κι έφτιαξε τη βρύση της κουζίνας
και την τουαλέτα
και ο τεχνικός για τα καλοριφέρ έφτιαξε τα καλοριφέρ
και ο τεχνικός για το τηλέφωνο έφτιαξε το τηλέφωνο
τώρα κάθομαι εδώ σ’ αυτήν την τελειότητα
είναι ήσυχα
τα χάλασα και με τις 3 κοπέλες μου.

Ένιωθα καλύτερα όταν όλα ήταν σε
αταξία.
θα μου πάρει μερικούς μήνες για να ξαναγίνουν
όλα φυσιολογικά¨
δε μπορώ να βρω ούτε κατσαρίδα για να μιλήσω.

Έχασα το ρυθμό μου.
δε μπορώ να κοιμηθώ.
δε μπορώ να φάω.

Μου στέρησαν τη
βρωμιά μου.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Τσαρλς Μπουκόφσκι ~ Άντρας και γυναίκα στο κρεβάτι στις 10 μμ~

Νιώθω σαν κόνσερβα με σαρδέλες, είπε.
Νιώθω σαν έμπλαστρο, είπα.
Νιώθω σαν σάντουιτς με τόνο, είπε.
Νιώθω σαν τομάτα κομμένη σε φέτες, είπα.
Νιώθω σαν νά’ρχεται βροχή, είπε.
Νιώθω σαν να σταμάτησε το ρολόι, είπα.
Νιώθω σαν η πόρτα νά’ναι ξεκλείδωτη, είπε.

Ναζίμ Χικμέτ ~ Η πιο όμορφη θάλασσα ~

Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα

Βισλάβα Σιμπόρσκα ~ Κεραυνοβόλος έρωτας ~



Και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα
ότι τους ένωσε ένα ξαφνικό πάθος.
Ωραία είναι μια τέτοια βεβαιότητα
όμως η αβεβαιότητα είναι ακόμα πιο ωραία.
Αφού δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούν νωρίτερα
είναι σίγουροι
πως τίποτα δεν έχει συμβεί ανάμεσά τους.

Πέδρο Σαλίνας ~ Το να σε σκέφτομαι απόψε ~

Το να σε σκέφτομαι απόψε
δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
διεξοδικά μ' εμένα, τον πλατύ κόσμο.

Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ' αστέρια,
η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
σε όλα αυτά,
απ' τον Αλδεβαράν ως τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.

Χαλίλ Γκιμπράν ~ Η ομορφιά ~

Είπε κι' ένας ποιητής, Μίλησε μας για την Ομορφιά.
Κι' αυτός απάντησε:
Που θ' αναζητήσετε την Ομορφιά, και πως θα τηνε βρείτε αν δεν φανεί στο δρόμο σας και γίνει οδηγός σας;
Και πως γι' αυτήν θα μιλάτε αν δε γίνει η υφάντρα του Λόγου σας;

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Σιμόν Ντε Μποβουάρ ~ Ερωτική επιστοή προς τον Ζαν Πολ Σαρτρ ~




Η ερωτική επιστολή της Μποβουάρ που παραθέτουμε εδώ είναι γραμμένη όταν εκείνη ήταν στο Παρίσι και ο Σαρτρ στην Αμερική. Τον παρακαλά να γυρίσει κοντά της, και εκείνος δέχεται. Της λέει ξανά ότι την λατρεύει.  Κι η Μποβουάρ –μία ερωτευμένη γυναίκα που είχε πληγωθεί πολύ  εξ’ αιτίας της απουσίας του νιώθει πάλι χαρούμενη. Και του γράφει:




«Αγάπη μου .. μου είχες πει κάποτε ότι μ’ αγαπάς επειδή με κάνεις ευτυχισμένη

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Πάολο Κοέλο ~ Το σύννεφο και ο αμμόλοφος ~


Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν” απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

- Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!

Γιάννης Ρίτσος ~ Σάρκινος λόγος ~

Τι όμορφη που είσαι.
Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι:
Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.

Έλλα Ουίλερ Ουίλκοξ ~ Πικρή αλήθεια ~


Υπάρχει μια πικρή αλήθεια στη ζωή, που ανακάλυψα
ταξιδεύοντας ανατολικά και δυτικά.
Οι μόνοι που πραγματικά πληγώνουμε
είναι αυτοί που αγαπάμε περισσότερο.

Κολακεύουμε όσους γνωρίζουμε ελάχιστα
Ευχαριστούμε τον περαστικό επισκέπτη
Ενώ χτυπάμε απερίσκεπτα
όσους μας αγαπούν περισσότερο.


Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Πάμπλο Νερούντα ~ Νύχτα στο νησί ~

Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,

Llyas Abu Shaaka ~ Σ΄αγαπώ περισσότερο~


Σ' αγαπώ περισσότερο απ΄όσο μια ανθρώπινη καρδιά μπορεί να αγαπήσει,
περισσότερο απ΄όσο ένας ποιητής ονειρεύεται ή ένας ερωτευμένος αισθάνεται.

Είσαι το σύννεφο με το υπέροχο άρωμα που στάλθηκε απ΄τον παράδεισο,
για να ρίξει πάνω μου τη βροχή του, την ευλογημένη δροσιά.

Αισθάνομαι την καρδιά σου, τις φλέβες σου να κυλούν μέσα στις δικές μου,
χωρίς καμιά χαραμάδα ανάμεσα μας για να χωθεί ο ακάθαρτος κόσμος.

Η καρδιά μου στέκει απέναντι στη δική σου, αντικρίζει τη δίδυμη εικόνα της,
σαν δυο χέρια που πλέκονται σε αέρινο όρκο.

Γιώργος Σεφέρης ~ Ερωτικός λόγος ~


 Α'


Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις 
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί 
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις 
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση 
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός 
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει 
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός. 


 Β'

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια 
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια... 
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα 
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... 
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα 
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα 
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, 
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα 
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, 
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, 
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι 
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες 
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός 
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες 
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 


Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! 
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής 
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα 
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη 
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς 
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη 
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο 
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. 
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο 
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο 
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει 
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο 
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα 
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια 
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα 
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος 
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος 
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος 
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση 
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου 
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση 
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη 
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. 
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι 
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει 
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς 
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει 
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς... 


 Δ'

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια 
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, 
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια 
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη 
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί 
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι 
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι 
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές 
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη 
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει 
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. 
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση 
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια 
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) 
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια 
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. 


  Ε'

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; 
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; 
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει 
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα 
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά 
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα 
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

Xαλίλ Γκιμπράν ~ Το κάλεσμα του εραστή ~



Που είσαι αγαπημένη;
Μήπως σ' εκείνο το μικρό παράδεισο,
να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

Ή μήπως στο δωμάτιό σου,
όπου ο βωμός της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ” αυτόν προσφέρεις θυσία
την ψυχή και την καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία,
γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;

Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών,
παρηγορώντας τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;

Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού. Είσαι δυνατότερη απ' τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,
όταν μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι άγγελοι του Έρωτα δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;

Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε μ” ενωμένα τα χέρια,
σφιχταγκαλιασμένοι σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;
Θυμάσαι την ώρα που σ' αποχαιρέτησα και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;

Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ” τη γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ' ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ' οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.

Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου
κι έλεγες: «Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα
για γήινους σκοπούς και χώρια να ζουν ο κόσμος τ” αναγκάζει.

Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε εκπρόσωπό της.

Υπάκουσέ την,
γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της την κούπα της γλύκας της ζωής.

Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,
η αγάπη σου θα “ναι η παρηγοριά μου.
Κι η θύμησή σου Αιώνιος Γάμος.»

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ;
Είσαι ξύπνια μέσα στη σιωπή της νύχτας;
Ας σου φέρνει ο καθάριος άνεμος
τους χτύπους της καρδιάς μου κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου
που καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη;
Ακούς το κλάμα μου πέρα απ' τον ωκεανό;
Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;

Υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα
για να σου φέρει την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου;
Υπάρχει μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου;

Το σκοτάδι της ζωής μ' έριξε στην αγκαλιά του.
Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα 'ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο!
Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!

Πάμπλο Νερούντα ~ Ποθώ το στόμα σου ~













Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου ,
Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους ,
Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει ,
Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα 


Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο ,
Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού ,
Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου ,
θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο .

Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου ,
Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου ,
θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά απ τα ματόκλαδα σου .

Και περπατώ πεινασμένη οσφραινόμενη το λυκόφως ,
Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά ,
όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά.

Πάμπλο Νερούντα ~ Για ν' ακούς μόνο εμένα ~


Για ν' ακούς μόνο εμένα
τρυφερεύουν ώρες ώρες
τα λόγια μου
και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων
στην άμμο του γιαλού…

Είναι θύελλες ζαλωμένο το πρωινό
μες στο κατακαλόκαιρο.
Σαν άσπρα μαντηλάκια αποχαιρετισμών
σαλπάρουν τα σύννεφα,
και, εκεί, τ” αρπάζει ο άνεμος
και τα σηκώνει με τα χέρια του τα ταξιδιάρικα.
Αρίφνητη η καρδιά του ανέμου
που χτυπάει μες στην ερωτοδέσμια σιωπή μας…

Ω πευκώνα μου, εσύ, απέραντε, 
φλοίσβε των παρόχθιων κυμάτων,
σιγανό πηγαινέλα των φώτων,
της εκκλησιάς καμπάνα κατάμονη,
στάλα εσπερινή που ραντίζεις τα δικά σου τα μάτια,
παναγιά μου, κουκλί μου πεντάμορφο,
της στεριάς αχιβάδα, μάσα σου εσένα τραγουδάει το χώμα!..

Από τ” αμπέλια του ήλιου
πέφτει μια ρώγα στο σκούρο φουστάνι σου.
Της νύχτας οι πελώριες ρίζες
θρασεύουν απότομα και βγαίνουν από την ψυχή σου,
κι έτσι επιστρέφεις στον έξω κόσμο
ότι είχες μέσα σου κρυμμένο,
κι έρχονται σμάρια εκεί, σμάρια γαλαζωπά,
που εσύ εγέννησες κι εσύ τα τρέφεις…

Στη στερνή αναλαμπή του το φως σε τυλίγει…

Πάμπλο Νερούντα ~ Βασίλισσα ~


Σε ονόμασα βασίλισσα.

Υπάρχουν πιο ψηλές από σένα, πιο ψηλές.
Υπάρχουν πιο αγνές από σένα, πιο αγνές.
Υπάρχουν πιο ωραίες από σένα, υπάρχουν ωραιότερες.
Όμως εσύ είσαι η βασίλισα.

Όταν περπατάς στους δρόμους
κανένας δε σε γνωρίζει.
Κανείς δε βλέπει το κρυστάλλινο στέμμα σου,
κανένας δεν κοιτά
το χαλί από κόκκινο χρυσάφι
που πατάς όπου περνάς,
το χαλί που δεν υπάρχει.

Κι όταν φανείς
αντηχούν όλα τα ποτάμια
στο κορμί μου, σείουν
τον ουρανό οι καμπάνες,
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μόνο εσύ κι εγώ,
μόνο εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Λόρδος Μπάιρον ~ Περπατά στην ομορφιά ~



Βαδίζει μες στην ομορφιά, όπως η νύχτα
στον ανέφελο ουρανό που φωτίζεται από τα άστρα
στο βλέμμα και στην μορφή της φοράει
ό,τι πιο υπέροχο, λαμπερό και σκοτεινό
διυλισμένο στο απαλό φως,
που ο παράδεισος δεν επιτρέπει στην αυθάδικη την ημέρα

Μία λιγότερη αχτίδα, μια περισσότερη σκιά,
την ανείπωτη της χάρη θα χαλούσαν,
εκείνη που κυματίζει σε κάθε πλεξούδα
ή που φωτίζει απαλά το πρόσωπο της
εκεί που οι σκέψεις της εκφράζονται με τόση γλύκα
πόσο αγνός, πόσο αγαπημένος είναι ο τόπος που κατοικούν

Σε αυτό εδώ το μάγουλο, πάνω από αυτό το φρύδι
ήρεμα κι απαλά, αλλά τόσο εκφραστικά,
τα χαμόγελα που νικούν, τα χρώματα που αστράφτουν
που εξιστορούν ημέρες με τόση καλοσύνη
τον νου που βρίσκεται σε ηρεμία με όλα αυτά
μια καρδιά με τόσο αθώα αγάπη…

Ρόμπερτ Γκρέιβς ~ Τί είναι ο έρωτας ~


Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά , πες μου.

Είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας,
στο γνώριμο πυρήνα της αθωότητας που είναι ακόμα γεμάτη εμπιστοσύνη ;

Είναι μήπως ένα πρώτο άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας
μια προσπάθεια να πάρουμε ακραία μέτρα
και για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες;

Ή τι είναι ο έρωτας; Είναι αυτό το προαιώνιο όραμα
που φωτίζει την πορεία μας με επικίνδυνους χρησμούς
προσβλέποντας στην έγκαιρη παρέμβαση του θανάτου;

 (Gustav Klimt- love painting)




But what Is Love? Tell me, dear heart, I beg you.
Is it a reattainment of our centre,
A core of trustful innocence come home to?

Is it, perhaps, a first wild bout of being,
The taking of our own extreme measure
And for a few hours knowing everything?

Or what is Love? Is it primeval vision
That stars our course with oracles of danger
And looks to death for timely intervention?


Έντγκαρ Άλαν Πόε ~ Άνναμπελ Λη ~





















Έχουν περάσει πολλά πολλά χρόνια από τότε
Σ’ενα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
Που κάποια κόρη ζούσε, ίσως την ξέρετε
Άναμπελ Λη ήταν το όνομα της
Κι η κορη αυτή ζούσε με μόνο μια σκέψη
Να με αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστε ακόμα τότε και οι δυο παιδιά
Σ’ενα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
αλλά αγαπιόμαστε με μιαν αγάπη μεγαλύτερη ακόμα κι από την αγάπη
εγώ και η δική μου Άναμπελ Λη .
Με μιαν αγάπη που τη ζήλευαν τα φτερωτά σεραφείμ στον ουρανό
Μας ζήλευαν εκείνη κι εμένα.

Κι αυτός ήταν ο λόγος που χρόνια πριν
Σε αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
Φύσηξε ένας άνεμος από ένα σύννεφο
και πάγωσε την όμορφη μου Άναμπελ Λη
Κι έτσι οι συγγενείς της ήρθαν και
την πήραν μακριά από εμένα
να την κλείσουν μέσα σε ένα μνήμα
Στο βασίλειο αυτό δίπλα στη θάλασσα

Οι άγγελοι, που δεν είχαν ούτε τη μισή δική μας ευτυχία
ζήλεψαν εμένα και εκείνη
Ναι! Αυτός ήταν ο λόγος (και το ξέρουν όλοι
στο βασίλειο αυτό δίπλα στη θάλασσα)
ότι ένας άνεμος από ένα σύννεφο τη νύχτα
παγώνοντας και σκοτώνοντας την Άναμπελ Λη.

Αλλά η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή από την αγάπη
αυτών που είναι μεγαλύτεροι μας
Αυτών που είναι σοφότεροι από εμάς
Και ούτε οι άγγελοι στον παράδεισο ψηλά
ούτε οι δαίμονες κάτω από τη θάλασσα
μπορούν να χωρίσουν την ψυχή μου
από την ψυχή της Αναμπελ Κη
Γιατί το φεγγάρι ποτέ δε φέγγει χωρίς να μου φέρει όνειρα
της όμορφης Άναμπελ Λη
και τα αστέρια δε βγαίνουν ποτέ, αλλά νιώθω τα λαμπερά μάτια
της όμορφης Άναμπελ Λη

Και έτσι, όλη τη νύχτα, ξαπλώνω δίπλα από
την αγαπημένη μου, τη ζωή μου και τη γυναίκα μου
στο μνήμα δίπλα από τη θάλασσα
στον τάφο της εκεί που σκάει το κύμα.


Όσκαρ Γουάιλντ ~ Η σιωπή του έρωτα ~


Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγουδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια

Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή

Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.


Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα ~ Σονέτο του γλυκού παραπόνου ~


Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου

Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.













Πάμπλο Νερούντα ~ Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία ~



Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,

χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,

χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,

και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε













Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Μενέλαος Λουντέμης ~ Ερωτικό Κάλεσμα ~

Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.

Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.

Σαρλ Μποντλέρ ~ Ο θάνατος των εραστών ~


Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·
ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·
στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.

Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,
οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί
θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους
στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.

Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ
θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,
σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·

κι ἀργότερα ἕνας Ἄγγελος θά ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,
-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-,
στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς,
στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.


Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός

Κώστας Ουράνης ~ Ερωτικό ~


Δεν μπορώ να ξέρω, δεν μπορώ να πω 
αν θα σ'αγαπώ 
ίσαμε να φτάσω στη στερνή την ώρα 
όπως, κι όσο, τώρα 

Ούτ' ο ερωτάς μου που σα ρόδο ανθεί, 
αν θα μαραθεί 
πάλι σαν το ρόδο που το καίει το θέρο, 
δεν μπορώ να ξέρω. 

Ο,τι ξέρω είναι πως, απ' την ημέρα 
που 'γινες δική μου 
άνοιξαν κλεισμένες πύλες -και το θαύμα 
μπήκε στη ζωή μου 

Ολα αλλάξαν όψη απ' το φως που εντός μου 
σκορπισε η χαρά, 
σαν στα βαλτοτόπια που τα πλυμμυρίζουν 
ζωντανά νερά. 

Εχω πια ξεχάσει όσα νοσταλγούσα 
κι ό,τι είχα ποθήσει: 
Τώρα με φτερώνει μια καινούρια νιότη 
που δεν είχα ζήσει. 

Τη ζωή τη βλέπω σάμπως μεσ' από να 
μαγικό γυαλί 
κι απ' ό,τι ζητούσα μού δωσ' η αγάπη 
τόσο πιο πολύ, 

πού να λέω αν όπως ήρθε μιαν ημέρα 
φύγει πάλι πίσω 
κι απομείνω μόνος, κι όπως ήμουν πρώτα, 
-κάλλιο να μην ζήσω

Σαρλ Μποντλέρ ~ Semper Eadem ~


-«Ποῦθ᾿ ἡ ἀλλώτικη», ἔλεγες, «ἡ θλίψη αὐτὴ σὲ πιάνει,
ποὺ λούζει σὰ τὴ θάλασσα τὸ βράχο τὸ γυμνό»;
Ἅμα ἡ καρδιά μας μιὰ φορὰ τὸ τρύγημά της κάνει,
καὶ ζεῖ κανεὶς εἶν᾿ ἄσκημο! τὸ ξέρουν ὅλοι αὐτό·

εἶν᾿ ἕνας πόνος ξάστερος, δὲν εἶναι κρύφιος! ἔλα!
σὰ τὴ δική σου τὴ χαρά, φαίνεται στὴ στιγμή.
Πάψε λοιπὸν νὰ μὲ ρωτᾶς, περίεργη κοπέλα,
κι ἂν κι ἡ φωνή σου εἶναι γλυκιά, σώπα, ὡραία μου σύ.

Σώπαινε, ἀνίδεη ψυχή, μ᾿ ὅλα ξετρελαμένη!
στόμα μὲ γέλιο παιδικό! Οἱ ἄνθρωποι εἶναι δεμένοι
πιότερο μὲ τὸ Θάνατο παρὰ μὲ τὴ Ζωή.

Ἄστη καρδιά μου, ἄστηνα στὸ ψέμα νὰ μεθύσει!
στοῦ ὥριου ματιοῦ σου τ᾿ ὄνειρο τ᾿ ὡραῖο ν᾿ ἀρμενίσει,
καὶ στῶν βλεφάρων σου τὴ σκιὰ πολὺ νὰ κοιμηθεῖ!











Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός

Γιάννης Ρίτσος ~ Η σονάτα του σεληνόφωτος ~



Άφησέ με να 'ρθω μαζί σου. 

Τι φεγγάρι απόψε!... 
Είναι καλό το φεγγάρι 
-δε θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου... 
Το φεγγάρι θα κάνει πάλι 
χρυσά τα μαλλιά μου. 
Δε θα καταλάβεις. 

'Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου 
'Οταν έχει φεγγάρι 
μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, 
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες... 
'Ενα δάχτυλο αχνό 
γράφει στη σκόνη του πιάνου 
λησμονημένα λόγια 
-δε θέλω να τ' ακούσω.

Σώπα... 
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, 
πάνω στο ύψωμα 
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας, 
μπορεί και να φανταστούμε 
κιόλας πως θα πετάξουμε... 

Το ξέρω πως καθένας 
μονάχος πορεύεται στον έρωτα, 
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο. 
Το ξέρω.Το δοκίμασα.Δεν ωφελεί. 

'Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου... 
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή 
της μαρμάρινης σκάλας του 'Αη-Νικόλα, 
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις 
κι εγώ θα γυρίσω πίσω, 
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα 
απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακκακιού σου... 

Κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα 
από μικρά συνοικιακά παράθυρα 
κι αυτή η πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι 
που 'ναι σα μια μεγάλη 
συνοδεία ασημένιων κύκνων... 
Τούτο τον άστατο καιρό,όσο να 'ναι, 
πρέπει να φυλαγόμαστε. 

'Εχει υγρασία τα βράδια και το φεγγάρι 
δε σου φαίνεται,αλήθεια, 
πως επιτείνει την ψύχρα; 
Α,φεύγεις;Καληνύχτα. 
'Οχι,δε θα 'ρθω. 










Καληνύχτα.Εγώ θα βγω σε λίγο.Ευχαριστώ. 
Γιατί επιτέλους πρέπει να βγω 
απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι... 
Ν' ακούσω τα μεγάλα 
βήματα της πολιτείας, 
να μην ακούω τα βήματά σου, 
μήτε τα βήματα του Θεού, 
μήτε και τα δικά μου...


Γιάννης Ρίτσος 1956.

Σαρλ Μποντλέρ ~ Ύμνος ~











Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
ποῦ φῶς γεμίζει μου τὴ καρδιά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Δρυσοξεχύνεται μέσ᾿ στὴ ζωή μου
σὰν ἕνα ἀγέρι θαλασσινὸ
καὶ τὴν ἀχόρταγη φέρνει ψυχή μου,
σ᾿ ἀθανασίας πόθο τρανό.

Σὰ μυροφόρι πάντα σκορπίζει
στὴν ἀτμόσφαιρα γλυκιὰ εὐωδιά,
σὰ θυμιατήρι κρυφὰ καπνίζει
λησμονημένο μέσ᾿ στὴ νυχτιά.

Ἔρωτα ἀμόλυντε πῶς νὰ σοῦ γράψει
ὁ νοῦς τὶς χαρές της ἀληθινά;
Σπόρος τοῦ μόσχου ῾ναι ποὺ ῾χουνε θάψει
μέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιά.

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
πού ῾ναι ἡ χαρά μου κι ὅλη μου ἡ ὑγειά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!


Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός

Πωλ Ελυάρ ~ Η αγαπημένη ~


Είναι όρθια πάνω στα ματόκλαδά μου 
και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου
έχει το σχήμα των χεριών μου 
έχει το χρώμα των ματιών μου 
καταποντίζεται μες στον ίσκιο μου 
όπως μια πέτρα στον ουρανό 

Αυτή έχει πάντοτε τα μάτια ανοιχτά 
και δεν μ αφήνει να κοιμηθώ 
Τα όνειρά της πλημμυρισμένα φως 
κάνουν να εξατμίζονται οι ήλιοι 
με κάνει και γελάω , κλαίω και γελάω 
μιλάω χωρίς να έχω τίποτα να πω

Μυρτιώτισσα ~ Απόψε ~



Απόψε ήρθες και στάθηκες σιμά μου
σαν έγειρα στου ύπνου την αγκάλη.
Ω μακρισμένε, απόκρυφε έρωτά μου,
ήρθες απόψε ακάλεστος σιμά μου,
δίχως να ξέρω πως, αγάλι αγάλι.

Μου κράταες μες στα χέρια το κεφάλι
και βύζαινες τ' ατέλειωτο φιλί μου,
κι απ' την ωραία του όνειρου κραιπάλη,
σαν κρίνο που αργολιώνει στ' ανθογυάλι,
φυλλορροούσε η πένθιμη ψυχή μου.

Τον πόθο σου όλο μου είχες μεταδώσει
σα να 'μουν σάρκα κι αίμα εγώ δικό σου,
κι ως με την ώρα που είχε ξημερώσει,
τα χέρια μου τα δυο τα είχα ριζώσει
περικοκλάδια γύρω απ' το λαιμό σου.

Σαν πιο καράβι εδώ να σ' έχει φέρει
δίχως να τ' οδηγάει κανένας φάρος;
Ποιο κύμα να σε βόηθησε, ποιο αγέρι,
κι ήρθες από τ' απόμακρα τα μέρη
της ηδονής ατρόμητος κουρσάρος;

Στου ιδανικού τη χώρα σε είχα μπάσει,
και μόνο με τη σκέψη σ' αγαπούσα,
μα έφτασε μια νυχτιά για να χαλάσει
ό,τι με τόση ευλάβεια σου είχα μάσει
στην άυλη χώρα εκείνη που σε ζούσα...

Πωλ Ελυάρ ~ Ζωγραφιστά Λόγια ~


Για να νιώσεις το παν ,
Ακόμη και το δέντρο με την πρωραία ματιά
της σαύρας και της κληματίδας
το δέντρο τ’ αξιολάτρευτο ,
τη φωτιά τ’ αδιέξοδο

Για να σμίξεις δρόσο και φτερούγα ,
σύννεφο και καρδιά, νύχτα και μέρα
παράθυρο κι όποια να ‘ναι χώρα

Γiα να καταργήσεις του μηδενικού τον μορφασμό
που θα κυλήσει μεθαύριο στο χρυσάφι
Για να ξεκόψεις ,
με τις μικροπρέπειες των θρεμμένων
απ’ τους ίδιους των εαυτούς γιγάντων

Για να δεις όλα τα μάτια έτσι ωραία
Όσο κι εκείνα που ατενίζουνε
θάλασσα που τα πάντ’ αφομοιώνει

Για να δεις τα μάτια ν’ αντικαθρεφτίζουνε
μέσα τους πάλι όλα τα μάτια

Για να γελάς που κάποτε ιδροκόπησες ,
ξεπάγιασες και πείνασες και δίψασες

Για να ‘ναι και το να μιλάς όσο και να φιλάς
γενναιόδωρο

για ν’ αναδέψεις κολυμβήτρια και ποτάμι,
κρύσταλλο και χορεύτρια θύελλας

Χαραυγή και καρδιάς Άνοιξη
φρονιμάδες και πόθους παιδιάστικους

Για να δώσεις στη γυναίκα
τη μοναχική και τη συλλογισμένη
τη μορφή των χαδιών
που ονειρεύτηκε

Για να ‘ναι η έρημος μες στη σκιά
Κι όχι διόλου μες στη σκιά Μου
Όλα ορίστε
Δίνω
Τ’ αγαθά μου
Όλα τα Δικαιώματά μου.

Γιώργος Σαραντάρης ~ Είναι μια γυναίκα ~



Είναι μια γυναίκα και τραγουδά 
Θα γίνω σαν τη θάλασσα που βρέχει τη ζωή μας 
Θα γίνω περιστέρι 
Θα γίνω σαν τη θάλασσα που είναι πάντα μπροστά μου 

Και μ' ακλουθά όταν περπατώ 
Και μ' ακλουθά όταν κλαίω 
Και με παρηγορεί την ώρα που δεν φταίω 
Την ώρα που την πατρίδα μου νείρομαι 

Τον έρωτα ή τη χαμένη αγάπη. 

Σαρλ Μποντλέρ ~ Μεθύστε ~


Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;




Μὲ κρασί, 
μὲ ποίηση 
ἢ μὲ ἀρετή, 
ὅπως σᾶς ἀρέσει. 
Ἀλλὰ μεθύστε.



Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.


Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός

Πωλ Ελυάρ ~ Χάρις στην αγάπη ~

Κατήργησα το δωμάτιο όπου κοιμάμαι, όπου ονειρεύομαι,
Κατήργησα την εξοχή και την πόλη όπου περνώ
Όπου ονειρεύομαι ξυπνητός, όπου ο ήλιος ανατέλλει,
Όπου, μέσα στα σβησμένα μάτια μου, το φως σωρεύεται.

Κόσμος στην τύχη, χωρίς επιφάνεια και χωρίς βάθος,
Θέλγητρων που αλησμονήθηκαν ευθύς μόλις αναγνωρίστηκαν,
Η γέννηση κι ο θάνατος ανακατεύουν το μίασμά τους
Μες τις πτυχές της γης και του ουρανού που μπλέχτηκαν.

Τίποτα δεν ξεχώρισα μα έκαμα την καρδιά μου δυο.
Αγαπώντας, τα πάντα δημιούργησα: πραγματικό, φανταστικό.
Έδωσα τη λογική της, το σχήμα της, τη θέρμη της
Και τον αθάνατο ρόλο της σ' εκείνη που με φωτίζει.


Πάμπλο Νερούντα ~ Γράμματα χαμένα ~


Διαβάζω όλα όσα γράφουν για μένα 
σαν να μη τα βλέπω φευγαλέα, 
λες και δεν απευ8ύνονται σε μένα 
οι σκληρές ή δίκαιες λέξεις. 

Όχι γιατί αρνούμαι να δεχτώ 
την καλόπιστη ή την κακόπιστη αλήθεια 
το μήλο που θέλουν να μου προσφέρουν 
τη δηλητηριασμένη κοπριά που μου ρίχνουν. 

Γι άλλο πρόκειται. 
Για το δέρμα μου, τα μαλλιά μου, 
τα δόντια μου, 
ό,τι πέρασα σε στιγμές δυστυχίας 
πρόκειται για το κορμί μου και τη σκιά μου. 

Γιατί -είναι η δική μου κι η δική τους ερώτηση- 
ο άλλος δίχως αγάπη και διάκριση 
ανοίγει τη χαραμάδα και με καρφί 
μπήγοντάς το 
εισέρχεται στον ιδρώτα ή το ξύλο, 
στην πέτρα ή την σκιά, 
πούσαν η ύπαρξή μου; 

Γιατί να θίγει εμένα π΄ απόμερα ζώ 
που δεν υπάρχω, που δεν βγαίνω, 
δεν ξανάρχομαι, 
γιατί τα πουλιά του αλφαβήτου 
απειλούν τα νύχια και τα μάτια μου; 

Οφείλω να ικανοποιώ τους άλλους ή να υφίσταμαι; 
Πού ανήκω λοιπόν; 
Πώς υποθηκεύτηκε η δύναμή μου 
τόσο που να τη χάσω; 
Γιατί πούλησα το αίμα μου; 
Ποιοι είναι οι κύριοι 
των αμφιβολιών μου, των χεριών μου, 
του πόνου, της κυριαρχίας μου; 

Κάποτε φοβούμαι να βαδίζω 
δίπλα στ' απόμακρο ποτάμι, 
φοβούμαι ν΄ αντικρίζω τα ηφαίστεια 
που γνώριζα και με γνώριζαν πάντοτε 
καμιά φορά επάνω ή κάτω, 
μ΄ εξετάζουν τώρα το ύδωρ, το πυρ 
σκέφτονται ότι κιόλας δεν λέω αλήθεια, 
πως είμαι ένας ξένος. 

Έτσι θλιμμένος, 
διαβάζω αυτό που κάποτε δεν ήταν θλίψη, 
μα θυμός ή προσχώρηση, 
ή μήνυμα του αθέατου. 

Για μένα αναμφίβολα, 
όλες αυτές οι λέξεις 
με χώρισαν από τη μοναξιά. 

Και πέρασα γρήγορα, 
δίχως να πληγωθώ ή ν΄ αρνηθώ τον εαυτό μου, 
σαν ν'άσαν γραμμένα γι άλλους 
ανθρώπους 
που μού μοιαζαν με απόμακρα, 
γράμματα χαμένα.

Γ. Δαμασκηνός ~ Έρως ~



Η ομορφιά σου αγγελούδι μου
όταν πετάς στα όνειρά μου
Στιγμή υπέροχη , μοναδική

Κορμιά που σμίγουν
ανάσες που χαϊδεύονται

Χαμένοι στο χρόνο , παντοτινοί
Νιώθω τη σάρκα σου
γίνεται ένα με τη δική μου

Ένωση αρμονική , άπληστη
Κοιτώ τα μάτια σου
βλέφαρα που πέφτουν

Αγάπη δίχως έρως , άχρηστη

Σαρλ Μποντλέρ ~ Συνομιλία ~






Εἶσαι ὄμορφη σὰ ρόδινο τοῦ φθινοπώρου δείλι!

μὰ ἡ λύπη ὡς κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι ἀφήνει ὅταν πισωδρομᾶ στὰ ράθυμά μου χείλη,
τῆς θύμησης τῆς πιὸ πικρῆς τὸν κατασταλαγμό.

Μάταια γλυστρᾷ τὸ χέρι σου στοῦ στήθους μου τὰ ψύχη·
καλή μου, κεῖνο ποὺ ζητᾶ ρημάδι ἐγίνη πιά,
ἀπ᾿ τῆς γυναίκας τ᾿ ἄγριο τὸ δόντι καὶ τὸ νύχι.
Μὴ τὴ καρδιά μου πιὰ ζητᾶς, τὴ φάγανε θεριά.

Εἶν᾿ ἡ καρδιά μου ἀνάκτορο, ἀπ᾿ ὄχλους ρημαγμένο·
μεθοῦν ἐκεῖ, σκοτώνονται, τραβιοῦνται ἀπ᾿ τὰ μαλλιά!
Μ᾿ ἀπὸ τὸ στῆθος σου ἄρωμα βγαίνει, τὸ γυμνωμένο!...

Ὢ τῶν ψυχῶν κακιὰ πληγή! Τὸ θὲς κι ἐσὺ Ὀμορφιά!
Μὲ τὰ λαμπρά, τὰ φλογερά σου μάτια ὡς φωταψία,
κάψε καὶ τὰ ρημάδια αὐτὰ π᾿ ἀφῆσαν τὰ θηρία!



Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Γιάννης Ρίτσος ~ Γυμνό σώμα ~



Εἶπε:

ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.

Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.

Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.

Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.

Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.

Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.

Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.

Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.

Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.

Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;

Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.

Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;

Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.

Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.

Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.

Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;

Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.

Κωνσταντίνος Καβάφης ~ Θυμήσου, Σώμα... ~


Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή —  και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα. 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Πάμπλο Νερούντα ~ Το γέλιο σου ~




Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.

Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το ασήμι που γεννάς.

Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ
με μάτια κουρασμένα
θωρώντας κάποτε
τη γη που δεν αλλάζει,
μα έρχεται το γέλιο σου
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με
και μου ανοίγει τις πόρτες
όλες της ζωής.

Αγάπη μου, στις πιο μαύρες
ώρες μου τινάζεται
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου
δεις το αίμα μου
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα ‘ναι στα χέρια μου
σα δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,
το γέλιο σου ας αναβρύσει
σα σιντριβάνι, όλο αφρό
και την άνοιξη, αγάπη,
θέλω το γέλιο σου σαν
τον ανθό που πρόσμενα,
τον γαλανό ανθό, το ρόδο
της βουερής πατρίδας μου.

Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα, στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου μου το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πεθάνω.

Ερνέστο Καρντενάλ ~ Όταν σε έχασα ~ Al perderte yo a ti ~



Όταν σε έχασα,

καταλήξαμε να είμαστε χαμένοι κι οι δυό

Εγώ έχασα επειδή ήσουν ό,τι αγάπησα πιο πολύ

κι εσύ το ίδιο, γιατί εγώ ήμουν αυτός που σε αγάπησε περισσότερο.

Μα από τους δυό μας, εσύ έχασες πιο πολύ

αφού εγώ θα μπορώ να αγαπήσω και άλλους όπως αγάπησα εσένα

αλλά εσένα δεν θα σε αγαπήσει κανείς όπως σε αγάπησα εγώ .

Μυρτιώτισσα ~ Έρωτας τάχα ~



Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;

Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;

Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;

Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
και καλώς να ‘ρθει το κακό
που είν’ από σένα·
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα.

Μυρτιώτισσα ~ Τα βήματα ~






Τα βήματα, τα βήματά σου
τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.
Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.

Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.

Τα βήματα, τα βήματά σου,
μες τα όνειρά μου τρομαγμένα,
φτάνουν σε μένα.
Έχω ξεχάσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.

Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.

Μυρτιώτισσα ~ Σ'αγαπώ ~

Σ’ αγαπώ δεν μπορώ
τίποτ’ άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Ω μελίσσι μου, πιες
απ’ αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου – να!
στα προσφέρω δετά,
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κ’ η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλεια ζητά
να σου γίνει ως αυτά προσκεφάλι!

Και για στρώμα καλέ,
πάρε όλην εμέ-
σβήσ’ τη φλόγα σε με
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ’ αγρικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου!…

Σ’ αγαπώ δεν μπορώ
τίποτ’ άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!